ασφαλιστικός


ασφαλιστικός
[асфалистикос] επ. страховой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ασφαλιστικός" в других словарях:

  • ασφαλιστικός — ή, ό 1. αυτός με τον οποίο ασφαλίζεται κανείς, αυτός που μπορεί να προφυλάξει κάποιον από τον κίνδυνο ή να προλάβει μία βλάβη ή ένα ατύχημα 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ασφάλεια ζωής ή περιουσίας 3. «ασφαλιστικές διατάξεις» οι διατάξεις… …   Dictionary of Greek

  • ασφαλιστικός — ή, ό αυτός που έχει να κάνει με την ασφάλεια κάποιου (προσώπου ή πράγματος): Η ασφαλιστική εταιρεία που εργάζεσαι είναι η μεγαλύτερη της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ΙΚΑ — (Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων). Ενιαίος αυτοδιοικούμενος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρεται σε ολόκληρη τη χώρα. Περιλαμβάνει όλους τους εργαζόμενους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και κάθε είδους ιδρύματα –ακόμα και δημόσια με σύμβαση… …   Dictionary of Greek

  • ασφαλιστήριος — ον και ος, α, ο αυτός μέσω του οποίου γίνεται η ασφάλιση, ο ασφαλιστικός («ασφαλιστήριο συμβόλαιο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ασφαλιστής. Η λ. στον πληθ., ασφαλιστήρια, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • πυρασφαλιστικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πυρασφάλεια («πυρασφαλιστική εταιρεία» εταιρεία που ασχολείται με τις ασφάλειες στις περιπτώσεις ατυχημάτων που προξενούνται από πυρκαγιά). [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρ + ασφαλιστικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1833… …   Dictionary of Greek

  • χλοοτάπητας — ο, Ν βοτ. χλόη, δηλαδή πυκνή ποώδης χαμηλή βλάστηση, που χρησιμοποιείται για τον καλλωπισμό κήπων, πάρκων και άλλων χώρων ή ως ασφαλιστικός τάπητας γηπέδων για την προστασία τών παικτών κατά τις πτώσεις, αλλ. χλωροτάπητας ή χορτοτάπητας, κν.… …   Dictionary of Greek

  • κατοχυρωτικός — ή, ό ασφαλιστικός, αυτός που κατοχυρώνει: Αυτός είναι κατοχυρωτικός νόμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)